Επιλογες στη φωτογραφιση πουλιων

Επιλογες στη φωτογραφιση πουλιων

PDF | Print | E-mail

Με αφορμή μιά παράλληλη φωτογράφιση στις ίδιες φωτιστικές συνθήκες, θεωρήσαμε οτι η αντιπαραβολή του setup των μηχανών είναι κάτι που πιθανόν να φανεί χρήσιμο σε όσους ασχολούνται με την φωτογραφία πουλιών μιά που δείχνει τις δυνατότητες επιλογών αλλά και την ανάγκη του χρήστη να γνωρίζει καλά τις δυνατότητες του συστήματος που χρησιμοποιεί. Το μοντέλλο μας σε αυτή την παρουσίαση είναι ένας ροδοπελεκάνος ο οποίος μεταφέρθηκε τραυματισμένος στην Αίγινα, στο κέντρο περίθαλψης αγρίων ζώων (ΕΚΠΑΖ). Εκεί του παρασχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες και το πουλί ανένηψε τελείως, κάνοντας καθημερινές πτήσεις προς τέρψη τόσο του προσωπικού όσο και των επισκεπτών του κέντρου. Εχοντας ειδοποιηθεί ότι το συγκεκριμένο πουλί επρόκειτο να μεταφερθεί για να απελευθερωθεί στην λίμνη Κερκίνη, επισκεφθήκαμε την Αίγινα για να δούμε από κοντά την εξαιρετική δουλειά που κάνουν εκεί αλλά και για να παραδώσουμε μία τραυματισμένη χαλκόκοττα που είχαμε βρει στον υδροβιότοπο της Στροφυλιάς κάτι για το οποίο υπάρχει ήδη πλήρης αναφορά . Είναι προφανές ότι μεγάλο μέρος της επίσκεψής μας εκεί αναλώθηκε στην λήψη φωτογραφιών.

Ενώ στα “στατικά” πουλιά τα οποία είναι κλεισμένα σε κλουβιά οι επιλογές για την σωστή φωτογράφισή τους είναι πολλές, τα περιθώρια στενεύουν αρκετά όταν η φωτογράφηση αφορά πουλιά εν πτήσει, ειδικά όταν αυτά είναι ελεύθερα (όχι σε επίδειξη πτήσης) οπότε τόσον η πορεία που θα ακολουθήσουν όσο και η ταχύτητα που αναπτύσσουν δημιουργούν συνθήκες πολύ πιο απαιτητικές. Ενας χρήστης με σύστημα Canon και ένας με σύστημα Nikon, βλέπουν τις φωτογραφίες τους και αναλύουν τις επιλογές που έγιναν.

Από την μεριά του χρήστη συστήματος Canon:

Για τις συγκεκριμένες λήψεις χρησιμοποίησα την Canon 5D Mark II και τον EF 100-400mm f/4.5-5.6L USM IS.  Η μηχανή δεν αποτελεί (κατά την άποψή μας) την ιδανική επιλογή για κινούμενα θέματα. Πρώτη επιλογή θα ήταν σώματα της σειράς EOS1 και μετά η EOS7 λόγω και της ταχύτητας εστίασης των εν λόγω σωμάτων όσο και του frame rate σε λήψεις ριπής. Οταν το φως μειώνεται και πρέπει να επιλεγεί υψηλότερη τιμή ISO (400 και πάνω), αντί της EOS7 προτιμάμε την EOS5 λόγω της πολύ καλύτερης ποιότητας εικόνας και χαμηλότερης στάθμης θορύβου που σε φωτογραφίες πουλιών μειώνει πολύ την ευκρίνεια.

Αποφάσισα να εχω κλειστό διάφραγμα (f/8) για να πάρω τη μέγιστη ποιότητα απο τον φακό, ρισκάροντας κάποιο πιθανό φλουτάρισμα σε κάποιες φωτογραφίες εξαιτίας της κίνησης. Αυτή είναι μία συνηθισμένη μας επιλογή, εφόσον βέβαια οι ταχύτητες είναι πάνω από 1/1000 για κάτι κινούμενο χωρίς έντονες αλλαγές κατευθύνσης, οπως ο πελεκάνος. Στις συγκεκριμένες συνθήκες η ταχύτητα ηταν 1/1000 sec, η επιλογή εστίασης ήταν στην "εστίαση κεντρικού σημείου" και ο επιλογέας στην "AI servo" (συνεχής εστίαση) και λήψη ριπής. Κάποιες φωτογραφίες προφανώς έχασαν από αυτή την επιλογή ταχύτητας-διαφράγματος, όπως η πρώτη που δίνουμε παρακάτω όπου παρότι το θέμα μας ήταν πλησιέστερα προς την κάμερα, δεν εχει την οξύτητα που θα θέλαμε. Απο κάποιες άλλες όμως (όπως η τρίτη φωτογραφία) πήραμε το βάθος πεδίου που θέλαμε το οποίο είναι σημαντικό για τρεις λόγους:

  1. Για να  εξουδετερώσουμε την μετακίνηση του πουλιού απο τη στιγμή εστίασης εως αυτή της λήψης (κάτι που ενώ φαίνεται αμελητέο δεν είναι).
  2. Για να βγει μεγαλύτερο μέρος απο τις φτερούγες, πόδια, ράμφος, ουρά (άκρα γενικώς, γιατι εκ των προτέρων δεν μπορούσαμε να γνωρίζουμε τον προσανατολισμό τους)  καθαρό και
  3. Για να καλυφθεί κατά το δυνατόν η πιθανότητα η μηχανή να εστιάσει στο μπροστινό φτερό καθώς αυτό κινούμενο σχετικά αργά περνά μπροστά απο το σώμα του πουλιού (πρώτη φωτογραφία). Η καθαρότητα στο σώμα του πελεκάνου (λόγω του βάθους πεδίου) αν δεν είχε και ελαφρά «κίνηση» θα της επέτρεπε να είναι χρησιμοποιήσιμη, ειδικά στη χαμηλή ανάλυση μιας δημοσίευσης.

Η λήψη ριπής μας εξουδετέρωσε αυτή τη στιγμιαία απώλεια εστίασης ή το φλουτάρισμα λόγω κίνησης, καθώς η προηγούμενη (πριν περάσει το φτερό απο μπροστά) εχει βγει απόλυτα καθαρή (δεύτερη φωτογραφία).

Επίσης έχω υπερφωτίσει ελαφρά για την εξουδετέρωση θόρυβου μια και είναι πολύ πιό εύκολο να μειώσεις την φωτεινότητα στα φωτεινά σημεία παρά να προσπαθήσεις να φωτίσεις τα σκοτεινά. Ειδικά το τελευταίο συχνά οδηγεί σε μεγάλη αύξηση των επιπέδων θορύβου, πράγμα καταστροφικό για φωτογραφίες στις οποίες επιζητείται η μέγιστη καθαρότητα, οξύτητα και λεπτομέρεια.

 
      
 

Σε αυτή τη σειρά πήραμε 12 φωτογραφίες απο τις οποίες κρατήσαμε τις 9.

Από την μεριά του χρήστη συστήματος Νikon:

Eπέλεξα ένα ορθάνοιχτο διάφραγμα, για να εκμεταλευτώ στο μέγιστο την ταχύτητα λήψης και να αποφύγω θολούρες απο την ασύγχρονη κίνηση πουλιού-μηχανής. Πρέπει οπωσδήποτε να επισημανθεί και η διαφορά βάρους των δύο συστημάτων (άρα και η δυσκολία προσανατολισμού-σταθεροποίησης) κάθε συστήματος, κάτι που και οι δύο έχουμε λάβει υπ'όψη μας. Το σύστημα της Canon εκτός του ότι ήταν σημαντικά ελαφρύτερο από της Nikon (2250gr για την Canon έναντι 3830gr για τη Nikon) διέθετε και σύστημα σταθεροποίησης της εικόνας οπότε μια πιο χαμηλή ταχύτητα ήταν ανεκτή.

Τέλος, η διαφορά στις τιμές ISO που χρησιμοποιήθηκαν καθορίζεται  από τη δυνατότητα του κάθε συστήματος (με την Nikon D700 να υπερτερεί) και είναι ιδανικές εφόσον μιλάμε για πουλιά, όπου το ζητούμενο είναι η μέγιστη δυνατή ευκρίνεια ακόμη και στο λεπτό πτέρωμα.

Για τις συγκεκριμένες λήψεις χρησιμοποίησα μια Nikon D700, με έναν Nikkor AF-S 300mm f/2.8 και ένα teleconverter 1.4X της Kenco.  Η γνώμη μου είναι πως εκτός από ορισμένες περιπτώσεις που ξέρεις τί θα γίνει και μπορείς να επιλέξεις ρυθμίσεις, σε όλες τις άλλες (terra igognita) πας να "καλύψεις" αυτό που ξέρεις πως είναι το αδύνατο σημείο της μηχανής σου. Στην περίπτωση της D700, σε σύγκριση τόσο με την Canon 5D Mk II όσο και με την Nikon D3x το αδύνατο σημείο της είναι η λεπτομέρεια που θα σου δώσει τελικά και η μεγαλύτερη ακρίβεια χειρισμών ή ρυθμίσεων που απαιτούνται κατά την λήψη. Εχοντας περίπου τα μισά εικονοστοιχεία σε σχέση με τα δύο «θηρία» η λήψη οφείλει να έχει σωστή εστίαση όπως επίσης και το θέμα να καταλαμβάνει όσο το δυνατόν μεγαλύτερο τμήμα μέσα στο καρρέ μιά και τα περιθώρια για cropping είναι σημαντικά μειωμένα. Για αυτή τη μηχανή, το θεωρητικό ελάχιστον είναι να καταλαμβάνει το ¼ του εμβαδού του καρρέ, ενώ για τα δύο «θηρία» αυτό πέφτει στο 1/6 με πολύ καλά αποτελέσματα. Η διαφορά αυτή είναι σημαντικώτατη.

Σε αντάλλαγμα, η D700 μου δίνει μεγαλύτερη επιλογή υψηλών ISO συνεπώς οι επιλογές είναι προφανείς. ISO όσο χρειαστεί (εδώ το 500 ήταν κάπως χαμηλό, θα έπρεπε να έχω πάει στο 640 ή και στο 800 - θα πω πιό κάτω το γιατί), φακός γρήγορος και ορθάνοιχτος - εφόσον ο συγκεκριμένος που χρησιμοποιήθηκε έχει καλή συμπεριφορά τελείως ανοιχτός - και ταχύτητα όσο πιό ψηλή γίνεται. Η επιλογή του φακού έχει να κάνει και με την ταχύτητα εστίασής του που είναι εξαιρετική αλλά και την εκπληκτική του ανάλυση. Και τα δύο αυτά στοιχεία είναι απαραίτητα μιά και οποιοδήποτε φλουτάρισμα θα καλυφθεί πολύ πιό δύσκολα με αυτή την μηχανή λόγω των λιγώτερων εικονοστοιχείων. Αυτή η επιλογή βέβαια (ψηλό ISO, ανοιχτό διάφραγμα, ψηλή ταχύτητα) καλύπτει και το ενδεχόμενο ενός κοντινού περάσματος, για παράδειγμα, όπου η ταχύτητα του πουλιού είναι μεν η ίδια αλλά για να το παγώσεις χρειάζονται πολύ μεγαλύτερες ταχύτητες. Η όλη φιλοσοφία στην επιλογή των ρυθμίσεων είναι να έχεις λιγώτερα πράγματα να ασχολείσαι την στιγμή της λήψης.

 
 

Το ISO ήταν σχετικά χαμηλά, στα 500. Το 400 είναι το χαμηλώτερο ISO που θα δείτε στην μηχανή μου όταν χρησιμοποιείται φακός που έχει 200mm ή παραπάνω (όπως ο 80-200mm). Μόνο με ευρυγώνιους, normal και τον 24-70 πέφτω στα 200, όσο ήλιο και να έχει. Το χαμηλό σχετικά ISO που χρησιμοποίησα οφείλεται στο ότι στην αρχή είχε κάποιο ήλιο και έπαιρνα τις ταχύτητες που ήθελα - και με το παραπάνω. Την ώρα που έγινε η λήψη του πελεκάνου εν πτήσει είχε ελαφριά συννεφιά και η φωτογραφία βγήκε όπως ήθελα. Μετά ξαναβγήκε λίγο ήλιος οπότε χαμήλωσα το ISO λίγο ακόμη, στα 400, πράγμα το οποίο παραλίγο να αποδειχθεί καταστροφικό στην επόμενη φωτογραφία. Πράγματι, λίγο μετά συννέφιασε και άλλο οπότε σε ένα περασμα ενός πελαργού με φόντο το βουνό, η ταχύτητα γκρεμίστηκε στο 1/1250 και σώθηκε από το επιτυχημένο panning και μόνον, κάτι όμως που είναι και θέμα τύχης. Αν είχα βάλει ISO 800 θα ήμουν στο 1/2500 που είναι μιά πολύ καλύτερη ταχύτητα.

Ηταν ακόμη η εποχή που δεν εμπιστευόμουν την D3x σε ψηλά ISO, τώρα ίσως να δοκίμαζα την D3x σε ISO 640 - εξαρτάται και από το πουλί βέβαια. Για πελαργό - πελεκάνο η D3x είναι η μηχανή επιλογής, τόσο λόγω μεγέθους του θέματος όσο και λόγω αργής και σχετικά προβλέψιμης κίνησης. Για γεράκι ή κάτι μικρώτερο ξαναγυρνάμε στην D700 που έχει και πολύ ψηλώτερο frame rate (8 fps με το battery grip. Η D3x δεν συναγωνίζεται τέτοιες ταχύτητες). Κατ’ αντιστοιχία βέβαια, η μηχανή επιλογής της Canon για τέτοιες περιπτώσεις που απαιτείται γρήγορη εστίαση και λήψη ριπής, είναι η 7D. Για μεγάλα θέματα που κινούνται αργά, η 5D Mk II είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να χρησιμοποιηθεί (αν δεν αναφερθούμε σε σώματα της σειράς EOS1, που δεν διαθέτουμε για να συγκρίνουμε).

 
 

Με το δεδομένο μάλιστα ότι συνήθως χρησιμοποιούνται και teleconverters από 1,4Χ μέχρι 2X οι ταχύτητες θα πρέπει να κρατιούνται πολύ ψηλά, πάνω από το 1/2500, οπότε η D700 (και η D300 αντίστοιχα) γίνονται μηχανές επιλογής με ISO κυμαινόμενα από 800-1600 για συννεφιά. Να σημειωθεί εδώ ότι το σύστημα φακού - μηχανής που χρησιμοποιώ είναι αρκετά βαρύτερο του αντίστοιχου της Canon και αυτό σημαίνει μιά μεγαλύτερη αδράνεια όταν προσπαθήσεις να σηκώσεις τον φακό και να εστιάσεις στο θέμα σου. Kατά συνέπεια υπάρχει ένα κάποιο χάσιμο χρόνου, μιά μικρή υστέρηση στην αντίδρασή μου. Η επιλογή εστίασης ήταν στην "εστίαση κεντρικού σημείου" και ο επιλογέας στην "μονή λήψη", που είναι ο ταχύτερος τρόπος εστίασης, ειδικά για αργά μεγάλα θέματα.

Συνολικά τράβηξα πέντε φωτογραφίες με τον πελεκάνο (κρατήθηκαν οι δύο) και μία με τον πελαργό – αυτή που βλέπετε.

Συμπέρασμα

Χρησιμοποιήθηκαν δύο συστήματα μηχανής - φακού τα οποία έχουν το καθένα τα προτερήματά και τα μειονεκτήματά του. Είναι προφανές ότι οι φακοί που επελέγησαν εκτός από τις ιδιότητες που αφορούν την καθ’ εαυτό λήψη της φωτογραφίας που περιγράφηκαν ήδη, είχαν και το σωστό εστιακό μήκος για τις συγκεκριμένες λήψεις. Οι λήψεις με φακούς που βρίσκονται στα όριά τους από απόψεως εστιακού μήκους (π.χ. 200mm για τις εν λόγω λήψεις) οδηγούν σε σημαντικά χειρώτερες φωτογραφίες μιά και το θέμα είναι ήδη μικρό μέσα στο καρρέ και το απαιτούμενο cropping δεν βοηθά την ποιότητα. Να τονιστεί τέλος ότι η χρήση τηλεμετατροπέων (teleconverters) προτείνεται μόνον εφόσον ο φακός έχει εξαιρετική οπτική ποιότητα. Η χρήση των τηλεμετατροπέων σε φακούς με μέτρια οπτική ποιότητα θα οδηγήσει σίγουρα σε άσχημα αποτελέσματα, πολύ χειρώτερα από ότι αν ο φακός είχε χρησιμοποιηθεί χωρίς αυτούς. Στην συγκεκριμένη ανάλυση που κάνουμε εδώ χρησιμοποιήθηκαν σώματα με αισθητήρα πλήρους μεγέθους (FF) και παραπλήσια εστιακά μήκη (400 και 420mm για Canon και Nikon αντίστοιχα). Η επιλογή του σωστού εστιακού μήκους για τέτοιες λήψεις είναι κάτι που αποκτιέται με την εμπειρία αν και γενικά μιλώντας όσο πιό «ισχυρός» ο τηλεφακός τόσο το καλύτερο. Γενικά, εστιακά μήκη γύρω στα 400mm είναι αρκετά για τις περισσότερες περιπτώσεις, ίσως με ένα καλό σετ τηλεμετατροπέων.

Οι φωτογράφοι ρύθμισαν τις μηχανές τους κατά τέτοιο τρόπο ώστε να πάρουν το κατά το δυνατόν καλύτερο αποτέλεσμα. Και οι δύο χρήστες έχουν μιά σχετική φωτογραφική εμπειρία στην φωτογράφιση αγρίων πουλιών που κυμαίνεται από αρκετές χιλιάδες μέχρι αρκετές δεκάδες χιλιάδες λήψεις. Συνεπώς εν πολλοίς οι ρυθμίσεις μπαίνουν σχεδόν αυτόματα, μετά από μιά ματιά στο πουλί (μέγεθος-χρώμα), τον ουρανό (φωτεινότητα) και τη θέση του ήλιου. Τα αποτελέσματα είναι - ειδικά στο μέγεθος που δημοσιεύονται – σχεδόν ταυτόσημα, πράγμα εξαιρετικά σημαντικό μια που τόσο οι ίδιες οι ρυθμίσεις όσο και τα συστήματα που χρησιμοποιήθηκαν διέφεραν σημαντικά. Αυτό αποδεικνύει ότι δεν υπάρχει «σωστό» και «λάθος», υπάρχουν περισσότεροι από ένας τρόποι  για να πάρει κάποιος τέτοιες φωτογραφίες.

Υπάρχουν βέβαια κάποιες μικροδιαφορές, αναλόγως των ρυθμίσεων. Ετσι στην φωτογραφία με την Canon έχουμε μεγαλύτερο τμήμα του πουλιού καθαρό (πράγμα που οφείλεται στην επιλογή πολύ πιό κλειστού διαφράγματος) ενώ στην φωτογραφία με την Nikon έχει καταγραφεί και ο ουρανός εξαιτίας της χρήσης του προγράμματος προτεραιότητας διαφράγματος με φωτομέτρηση κεντρικού σημείου (κύκλος 10 mm) αντί για χειροκίνητο (που στην φωτογραφία της Canon για να τον επαναφέρουμε θα έπρεπε να κάνουμε μια αρκετά πιο σύνθετη εργασία στο photoshop). Στις δύο φωτογραφίες επιλογής, αυτές δηλαδή που παρουσιάστηκαν στο φωτοάλμπουμ του συγκεκριμένου είδους (Pelecanus onocrotalus) σαν οι καλύτερες (η δεύτερη της Canon και η μοναδική της Nikon) ουσιαστικά βλέπουμε την ίδια καθαρότητα και λεπτομέρεια στις περιοχές εστίασης, πράγμα άμεσα συγκρίσιμο μια που δείχνουν τον πελεκάνο περίπου στο ίδιο μέγεθος στο καρέ.

Εντύπωση μας προκάλεσε η χρωματική διαφορά (στην Canon είχε επιλεγεί χειροκίνητα white balance στα 5500Κ, επειδή είχε συνεφιά, ενώ στην Nikon η σχετική ρύθμιση ήταν στο αυτόματο, με ένδειξη τα 5050K) αλλά αυτό είναι κάτι που το έχουμε παρατηρήσει σε πολλές παράλληλες λήψεις. Και οι δύο φωτογράφοι αποθηκεύουν τις φωτογραφίες τους σε RAW συνεπώς η επιλογή της κατάλληλης θερμοκρασίας χρώματος κατά την επεξεργασία είναι σχετικά εύκολη.

 

Φωτογραφίες: Μάχη Γούλα, Γιώργος Πάρχας, Γιώργος Ρεκλός.